Συνοπτική Περιγραφή τῆς Δημοτικῆς Κοινότητας Ἁγίου Στεφάνου

Ο Άγιος Στέφανος βρίσκεται 23 km Β.Α. της Αθήνας ανάμεσα στα όρη της Πεντέλης και της Πάρνηθας και μόλις λίγα χιλιόμετρα από την Λίμνη του Μαραθώνα. Έχει έκταση 8,136 τετραγωνικά χιλιόμετρα και συνορεύει με τις περιοχές Καπανδριτίου, Αφιδνών και Μαραθώνα.

 

Ιστορική αναδρομή

         Στην απογραφή του 1928 για πρώτη φορά εμφανίζονται οι συνοικισμοί Άγιος Στέφανος (334 κατ.) και Ν. Ζώργιανη (303 κατ.), οι οποίοι καταγράφονται χωριστά από το Μπουγιάτι (147 κατ.) και ανήκουν στην Κοινότητα Αφιδνών.

Στις 24-4-1937 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 149) δημοσιεύεται το ΒΔ «Περί εγκρίσεως ρυμοτομίας και οριστικής διανομής του Συνοικισμού Νέας Ζώργιανης (Αττικής)» και στις 8-8-1937 το ΒΔ «Περί εγκρίσεως ρυμοτομίας και οριστικής διανομής του Συνοικισμού Άγιος Στέφανος Αττικής», τα οποία προσυπογράφονται από τον Υπουργό Γεωργίας. Οι δύο αυτοί συνοικισμοί μαζί με το Μπογιάτι αποτέλεσαν την «Κοινότητα Οίου».

Η πρώτη φορά που εμφανίζεται οικισμός σε χάρτη, με την ονομασία «Μπογιάτι», στη θέση που συμπίπτει με τη σημερινή θέση του Αγ. Στεφάνου, είναι στο χάρτη της ΓΥΣ του 1928 στο φύλλο Σταμάτα, κλίμακας 1:20000.

Ο Προσφυγικός Συνοικισμός Αγ. Στεφάνου και η Νέα Ζώργιανη προήλθαν από διανομές στο αγρόκτημα Μπογιατίου. Για τον λόγο αυτό άλλωστε χαρακτηρίζονται ως «διανομές Μπογιατίου». Από την αρχική διανομή δημιουργήθηκαν ο Προσφυγικός Οικισμός Αγίου Στεφάνου και η Νέα Ζώργιανη.

Στον άτλαντα της Γενικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας που αποτυπώνει τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας κατά την 31-12-1948, εμφανίζονται σε διαφορετικές θέσεις ο `Αγ. Στέφανος και το Παλαιό Μπογιάτιο, το οποίο ανήκει διοικητικά στην Κοινότητα Αγ. Στεφάνου.

Σε ειδική έκδοση της ΚΕΔΚΕ, «Στοιχεία συστάσεως και εξελίξεως των Δήμων και Κοινοτήτων», τόμος Ε’, έκδοσης 1962, αναφέρεται ότι ο Άγιος Στέφανος αναγνωρίστηκε σαν Κοινότητα με ΒΔ στις 24-6-1929 ΦΕΚ Α’ 217/1929 και ότι προήλθε από την Κοινότητα Αφιδνών με την ένωση των ΑΔΑ: 45ΨΨΩ93-ΞΚΥ25 συνοικισμών Αγ. Στεφάνου και Νέας Ζώργιανης.

Ο συνοικισμός «Παλαιόν Μπογιάτιον», η θέση του οποίου συμπίπτει με τη θέση του οικισμού «Μπουγιάτι» όπως σημειώνεται στον χάρτη του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου και στον χάρτη του Εκδοτικού Οίκου Ελευθερουδάκη, αποσπάσθηκε από την Κοινότητα Αφιδνών με ΒΔ στις 21-8-1939 ΦΕΚ Α’ 388/1939. Ο οικισμός αυτός αποσπάσθηκε εκ νέου με ΒΔ στις 27-2-1953 ΦΕΚ Α’ 56/1953 και αποτέλεσε αυτοτελή κοινότητα (σημερινή Άνοιξη).

Πρέπει να σημειωθεί, ότι στις απογραφές δεν απογράφεται οικισμός Αγίου Στεφάνου, ενώ δεν υπάρχουν ούτε απόφαση χαρακτηρισμού του οικισμού ως προϋφιστάμενου του 1923, ούτε άλλα στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξή του, ενώ αντιθέτως υπάρχει εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού από το 1937. Ωστόσο στην πρώτη απογραφή που έγινε στα χρόνια του Όθωνα (1834-35), συναντούμε τον κτηνοτροφικό οικισμό Σπατατζίκι υπό το Δήμο Μαραθώνος, με 101 κατοίκους και 23 οικογένειες ο οποίος εντάχθηκε το 1968 στον πρώην Δήμο Αγ. Στεφάνου που σήμερα ονομάζεται «Πευκόφυτο».

Είναι από τους παλαιότερους οικισμούς του Δήμου και συνυπάρχει με την Σταμάτα και την Άνοιξη πρώην «Παλιό Μπογιάτι». Αναφέρεται δε και αποτυπώνεται στους προ του 1900 χάρτες του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου με την ονομασία Σπατατζίκι.

Το Μάιο του 1924, 70 οικογένειες από την ευρύτερη περιοχή της Κωνσταντινούπολης (τον Άγιο Στέφανο, το Φανάρι, τις Νύμφες, το Αβάσσο, το Τσιφούτ Μπουζάς κ.α.), όπως επίσης και 36 οικογένειες από τη Μικρά Ασία (το Ικόνιο, το Πέρραν, το Προκόπι, τη Μάκρη κ.α. ) έφθασαν σε αυτό τον τόπο ως ανταλλάξιμος πληθυσμός, σύμφωνα με την ελληνοτουρκική σύμβαση της 30ης Ιανουαρίου του 1923. Πρώτη στάση των προσφύγων υπήρξε η Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, όπου κάποιοι αποφάσισαν να εγκατασταθούν μόνιμα. Στους υπόλοιπους προτάθηκαν από την Κυβέρνηση δύο περιοχές: τα Κάτω Πατήσια και το Οίον (Οίον το Δεκελεικόν, το συναντούμε στον Όμηρο και σημαίνει δασώδη περιοχή) ή Μπογιάτι. Η επιτροπή των προσφύγων επέλεξε το δεύτερο.

Το μόνο που υπήρχε τότε στην περιοχή ήταν ο σταθμός του τραίνου με την επωνυμία ΟΙΟΝ (η κατασκευή του σταθμού έγινε περίπου το 1905). Σε απόσταση δύο χιλιομέτρων υπήρχαν οι γηγενείς κάτοικοι του (Παλιού) Μπογιατίου, της σημερινής δηλαδή Άνοιξης, οι οποίοι έβλεπαν με εχθρότητα και μίσος την εγκατάσταση των προσφύγων που τους αποκαλούσαν ΠΡΟΣ «ΣΦΙΓΓΕΣ».Οι πρόσφυγες δημιούργησαν αμέσως το Νέο Μπογιάτι. Στην περιοχή ανατολικά των γραμμών του ΟΣΕ εγκαταστάθηκαν οι προερχόμενοι από την Κωνσταντινούπολη και στην περιοχή δυτικά του ΟΣΕ οι Μικρασιάτες. Με αντίσκηνα που τους δόθηκαν από το κράτος άρχισαν να φτιάχνουν δυναμικά τα νοικοκυριά τους. Στη συνέχεια τους δόθηκε κτηματικός κλήρος (σε αντάλλαγμα της περιουσίας που άφησαν στις χαμένες πατρίδες ) πληρώνοντας όμως 45.000 δραχμές για τον εποικισμό στην Κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου. Άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών στην πλειοψηφία τους και από εύπορες οικογένειες, οι πρόσφυγες ξεκίνησαν μια καινούργια ζωή χωρίς τις προηγούμενες ανέσεις τους, χωρίς Σχολεία και χωρίς Εκκλησία.

Άρχισαν να στήνουν τα πρώτα αντίσκηνα βγάζοντας τα σχοίνα και τα πουρνάρια με τα χέρια τους. Έμεναν ήδη για δύο χρόνια μέσα στις σκηνές όταν το 1926 χτίστηκαν τα πρώτα προσφυγικά σπίτια αποτελούμενα από δύο δωμάτια. Τα σπίτια αυτά ήταν στο κέντρο του χωριού, γύρω από το Σταθμό του ΟΣΕ και σε ακτίνα 200μ. προς τα ανατολικά και δυτικά.

Τα μυστήρια (γάμοι, κηδείες κλπ.) γίνονταν μέσα στις σκηνές, έως ότου χτιστεί η πρώτη παράγκα - εκκλησία, ακριβώς απέναντι από το Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, δηλαδή στην πλατεία Μαρίνου Αντύπα. Λίγο πριν από την Κατοχή ξεκίνησε η ανέγερση της Εκκλησίας στη σημερινή της θέση, με τις οικονομίες των κατοίκων. Οι Γερμανοί κατακτητές όμως σκέπασαν την Εκκλησία με σακίδια και πισσόχαρτο και την χρησιμοποιούσαν σαν αποθήκη για ζωοτροφές. Η Εκκλησία αποπερατώθηκε μετά την απελευθέρωση με εκκλησιαστικό επίτροπο το Νικόλαο Κουρεμένο και εργολάβο το Μιχάλη Βλασιάδη. Δύο χρόνια αργότερα έπεσε η κεραμοσκεπή, ευτυχώς χωρίς θύματα. Στα επόμενα χρόνια, με δωρεές νέων και παλιών κατοίκων, έγινε η μετέπειτα κατασκευή της Εκκλησίας. Το αριστερό κωδωνοστάσιο έφτιαξε με προσωπική του δαπάνη ο Γρηγόρης Κανιάς ενώ το δεξί με το ρολόι ο Θεόδωρος Νικολαϊδης. Η κολυμπήθρα και το λιβανιστήρι είναι δωρεά του Λάζαρου Νικολαϊδη και χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Αβασσιώτισας, με την παράσταση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, έφερε στην Ελλάδα με κίνδυνο της ζωής του ο Κωνσταντινουπολίτης Αβασσιώτης Λάζαρος Χαβιαρόπουλος. Η εικόνα αυτή λέγεται ότι είναι μία εκ των τεσσάρων του Ευαγελιστή Λουκά, και μάλιστα η πιο θαυματουργή. Για αυτό όταν βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, προσπάθησαν κάποιοι να την πάρουν μαζί και με άλλα εκκλησιαστικά σκεύη. Την αρπαγή της εικόνας και των κειμηλίων εμπόδισε ένας θαρραλέος υπάλληλος του Μουσείου Θεσσαλονίκης, ο Παύλος Αγκιναρτζής, ο οποίος εξεδίωξε τους δράστες.

Ο σημερινός Άγιος Στέφανος, πριν αποτελέσει μία οργανωμένη πόλη με δρόμους, πλατείες, σχολεία, τράπεζες και όλες γενικά τις σύγχρονες ανέσεις, κυριολεκτικά χτίστηκε από το μηδέν (αφού τα μόνα που υπήρχαν ήταν τσακάλια και λύκοι, πουρνάρια και σχοίνα) από εκείνους τους ανθρώπους που, ενώ είχαν τα πάντα, εκδιώχθηκαν με ελάχιστα υπάρχοντα από τις πατρογονικές τους εστίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι η λεωφόρος Μαραθώνος, με κατεύθυνση προς το φράγμα της Λίμνης, στρώθηκε με χαλίκια από πρόσφυγες που δούλευαν από νύχτα σε νύχτα, μέσα στο κρύο και τη λάσπη, με μεροκάματο 10 δραχμές οι άνδρες και 6 δραχμές οι γυναίκες.

Αμέσως μετά την εγκατάστασή τους δημιούργησαν την Κοινότητα Μπογιατίου, που προήλθε μετά από διαχωρισμό με τον Δήμο Μαραθώνα καθώς και προσχώρηση του παλιού Μπογιατίου. Το 1953 δημιουργήθηκαν δύο ξεχωριστές Κοινότητες, γνωστές ως Κοινότητα Αγίου Στεφάνου ( Νέο Μπογιάτι ) και Κοινότητα Άνοιξης (Παλιό Μπογιάτι).

Ο Άγιος Στέφανος έγινε Δήμος το 1994 (πρώτος από τους υπόλοιπους συνενούμενους Δήμους) και βάσει το ν.3852/2010 είναι η έδρα του ενιαίου Δήμου

Διονύσου.

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 15 επισκέπτες και κανένα μέλος

Εμφανίσεις Άρθρων
269390